ευήρης

ευήρης
εὐήρης, -ες (Α)
1. (για κουπιά) ο προσαρμοσμένος καλά, ο ευκολομεταχείριστος (α. «λαβὼν εὐῆρες ἐρετμόν», Ομ. Οδ.
β. «νεὼς εὐήρης πίτυλος» — ο πάταγος τών καλά προσαρμοσμένων κουπιών, Ευρ.)
2. ο κατάλληλος για κάτι («ὄργανα εὐήρη πρὸς τὴν χρείαν», Ιπποκρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -ηρης, ομόρριζο τού ερέτης «κωπηλάτης» (πρβλ. τρι-ήρης)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • Εὐήρης — well fitted masc acc pl (attic epic doric) Εὐήρης well fitted masc nom/voc pl (doric aeolic) Εὐήρης well fitted masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐήρης — well fitted masc/fem acc pl (attic epic doric) εὐήρης well fitted masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) εὐήρης well fitted masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐήρει — Εὐήρης well fitted masc nom/voc/acc dual (attic epic) Εὐήρεϊ , Εὐήρης well fitted masc dat sg (epic ionic) Εὐήρης well fitted masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐήρει — εὐήρης well fitted masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) εὐήρης well fitted masc/fem/neut dat sg εὐήρεϊ , εὐήρης well fitted dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐήρη — εὐήρης well fitted neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) εὐήρης well fitted masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) εὐήρης well fitted masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐῆρες — εὐήρης well fitted masc/fem voc sg εὐήρης well fitted neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐήρεα — εὐήρης well fitted neut nom/voc/acc pl (epic ionic) εὐήρης well fitted masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐήρεις — εὐήρης well fitted masc/fem acc pl εὐήρης well fitted masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐήρη — Εὐήρης well fitted masc nom/voc/acc dual (doric aeolic) Εὐήρης well fitted masc acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐήρεα — Εὐήρης well fitted masc acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”